ἐπωφελής

ἐπωφελ-ής, ές,
A helpful, useful, Sever. Clyst.p.17 D., Poll.5.136, Cod.Just.1.2.17.1 ;

ἡμῖν Hierocl.in CA11p.441M.

Adv.

-λῶς Poll.5.135

, Vett. Val.165.18, Them.Or.21.252a,22.278c.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπωφελής — helpful masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επωφελής — ές (AM ἐπωφελής, ές) ωφέλιμος, χρήσιμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + * ωφελής (< όφελος < οφέλλω «επαυξάνω, ωφελώ»), τ. που απαντά μόνον εν συνθέσει (πρβλ. ανωφελής, κοινωφελής). Το ω λόγω τού νόμου τής «εκτάσεως εν συνθέσει»] …   Dictionary of Greek

  • επωφελής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, ωφέλιμος, χρήσιμος, επικερδής: Επωφελής επιχείρηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπωφέλης — ἐπωφελέω aid imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἐπωφελέω aid imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἐπωφελέω aid imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελῆ — ἐπωφελής helpful neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπωφελής helpful masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπωφελής helpful masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελέστερον — ἐπωφελής helpful adverbial comp ἐπωφελής helpful masc acc comp sg ἐπωφελής helpful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελεστάτων — ἐπωφελής helpful fem gen superl pl ἐπωφελής helpful masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελές — ἐπωφελής helpful masc/fem voc sg ἐπωφελής helpful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελέστατον — ἐπωφελής helpful masc acc superl sg ἐπωφελής helpful neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελεστάτη — ἐπωφελής helpful fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπωφελεστάτην — ἐπωφελής helpful fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.